ΣΤΟ ΦΙΛΙΑΤΙ - ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ ΚΛΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ ΟΛΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΣΑΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΤΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ,ΤΙΣ ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΖΕΔΕΣ,ΤΑ ΓΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΠΙΤΙΣΙΑ ΦΑΓΗΤΑ,ΠΟΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΑ.Ο ΞΕΝΩΝΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ.

Εδώ να στέλνετε τις ανακοινώσεις σας

radiofiliati@yahoo.gr
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Translate

ΟΥ ΤΖΙΟΥΤΖΙΟΥΦ'Σ

Μια φουρά κ'εναν κιρό ήταν ένας Βασιλιάς, ένας Δράκος κι ένας Τζιουτζιούφ'ς. Ου Βασιλιάς ήθιλι να ξικάν΄ ή του Δράκου ή του Τζιουτζιούφ'. Ου Τζιουτζιούφ'ς ήταν πουλύ έξυπνους κι πειραχτίριους. Μια μέρα κοιμάνταν ου Δράκος μι τη Δράκινα. Πάει ου Τζιουτζιούφ΄ς κι τραβάει την τσέργα [βιλέντζα].
- Δράκινα μι ξισκέπασις, λέει ου Δράκους.
- Ισί μι ξισκέπασις λέει η Δράκινα.
Σκιπάσ'καν πάλι. Αφου τ'ς πήρι ου ύπνους, πάει πάλι ου Τζιουτζιούφ'ς, τραβάει την τσέργα, την παίρ'κι πάει πέρα απ' του πουτάμ'. Ξυπνάει ού Δράκους μι τη Δράκινα, τηράν, π'θινά η τσέργα. Τότι κατάλαβαν. Ού Τζιουτζιούφ'ς μας πήρι την τσέργα είπαν.
Σ'κώνιτι ού Δράκους ψάχν΄, ού Τζιουτζιούφ'ς ήταν πέρα απ' του πουτάμ'.
- Αχ Τζιουτζιούφ΄τι μ'έχ'ς κάν', λέει ου Δράκους.
- Ακόμα,ακόμα τι έχ'ς να πάθ'ς κι δεν του ξέρ'ς, λέει ού Τζιουτζιούφ'ς.
Τη δεύτιρ'φουρά σ'κώνιτι ου Τζιουτζιούφ'ς κι πάει στου κατώι να παρ'τ'άλουγου τ'Δράκου. Μπαίν'απ'κάτ' στου παχνί, τραβάει του καπίστρ', χλιμιτρούσι τ'άλουγου κι τ'αφήν'. Ακούει ου Δράκους, πάει, τηράει, δε βλέπ' τίπουτα. Στου παχνί ου Τζιουτζιούφ'ς ζαρουμένους. Μιά, δυό, του λύν' τ'άλουγου, του παίρ' κι πάει πέρα απ'του πουτάμ' πάλι ου Τζιουτζιούφ'ς. Σ'κώνιτι του προυί ου Δράκους π'θινά τ'άλουγου.
- Αχ βρέ Δράκινα, τι έχουμι πάθ', πάει τ' άλουγου μας του πήρι ου Τζιουτζιούφ'ς.
Πάει στου πουτάμ', βλέπ' τ'άλουγου.
- Αχ βρέ Τζιουτζιούφ', τι μ΄έχ'ς κάν', μι πήρις την τσέργα, μι πήρις κι τ'άλουγου.
- Ακόμα, ακόμα τι έχ'ς να πάθ'ς κι δεν του ξέρ'ς λέι ου Τζιουτζιουφ'ς.
Μιά μέρα, ου Τζιουτζιούφ'ς πιρπατούσι στου δρόμου κι βρίσκ' έναν παπά.
- Καλημέρα ιβλουγημένι. -Καλημέρα λέει ου παπάς.
- Που νά πάου ίβλουγημένι;. Μ'έστειλι ου Βασιλιάς να φέρου του Δράκου ζουντανό. Πως να τουν φέρου; Ίμένα μι γνουρίζ' ου Δράκους.
- Θα σι που `ιγώ τι να κάν'ς τουν λέει ου παπάς. Ισύ είσι δυό π'θαμές άνθρουπους κι μιά π'θαμή τα γένια. Θα βρείς έναν,να είνι τρείς π'θαμές άνθρουπους κι δυό π'θαμές τα γένια. Θα τουν σκουτώις, θα πάρ΄ς του τουμάρ', θα του φουρέις ίσύ κι θα πάς στου λόγγου κι θα πιλικάς. Γκάπ-γκούπ, γκάπ-γκούπ, θ'άκούσ' ου Δράκους κι θά ρθεί ίκεί ΄κι άμα ρθεί ίκεί , θα σι ρουτήσ'.
- Τι κάν'ς αύτού ;
- Φκιάνου ένα σιντούκ' θα πείς, να βάλου του Τζιουτζιούφ'μέσα.
Θα σι βουηθήσ', θα φκιάσ'τι του σιντούκ', κι άφού του φκιάσ'τι, θα τ'πείς έμπα μέσα τώρα να ίδούμι, άν του σπάις ίσύ, θα του σπάσ'κι ου Τζιουτζιούφ'ς. Θα τουν κλειδώις καλά κι θα τουν πάρ΄ς να τουν πάς στου Βασιλιά.
- Α; Ίβλουγημένι ίσύ είσι τέτοιους άπ'θέλου. Μιά,δυό τουν έχ', πάρτουν κάτ'τουν παπά.
Τουν σφάζ', τουν γδέρν', παίρν' του τουμάρ', ντένιτι ου ίδιους παπάςκι πάει στου λόγγου. Παίρν' μια τσικούρα κι άρχίζ' να πιλικάει. Γκάπ-γκούπ,γκάπ-γκούπ,άκούει ου Δράκους κι πάει έκεί.
- Βρέ ίσύ είσι ου Τζιουτζιούφ'ς; λέει ου Δράκους.
- Όχ'δέν είμι ού Τζιουτζιούφ'ς. Ού Τζιουτζιούφ'ς είνι δυό π'θαμές άνθρουπους κι μιά π'θαμή τα γένια. Ίγώ είμι τρείς π'θαμές άνθρουπους κι δυό π'θαμές τα γένια.
- Τί φκιάν'ς ίδώ;
- Φκιάνου ένα σιντούκ'να βάλου του Τζιουτζιουφ'μέσα.
- Τί λές μωρέ; Τουν κιαρατά αύτόν που μ'έχ'καταστρέψ'.
Βουηθάει ου Δράκους κι φκιάνουν του σιντούκ'.
- Έμπα μέσα τώρα, λέει ου Τζιουτζιούφ'ς του Δράκου κι άν του σπάις ίσύ, θα του σπάσ'κι ου Τζιουτζιούφ'ς. Μπαίν'μέσα ου Δράκους, άλλά έπιρνι άέρα. Μια το 'χ',κουμάτια του σιντούκ'. Φκιάνουν άλλου σιντούκ'.
- Έμπα μέσα πάλι λέει στου Δράκου.
Μπαίν'μέσα ου Δράκους κι τουν κλειδών,καλά. Βαρεί ου Δράκους, βαρεί να σπάσ'του σιντούκ', δε μπορούσι.
- Άνοιξι λέει ου Δράκους δεν του σπάει ου Τζιουτζιούφ'ς.
- Καλά σ'έχου τώρα τουν λέει ου Τζιουτζιούφ'ς. Τουν ζάφτ' στουν ώμου κι τουν πάει στου Βασιλιά.
- Στουν ίφιρα λέει ου Τζιουτζιούφ'ς.
- Κι πώς θα τουν γνουρίσου; λέει ου Βασιλιάς.
- Ίγώ θ'άνέβου στου νταβάν'λέει ου Τζιουτζιούφ'ς κι άνοιξι μια τρύπα να τουν ίδείς.`Ανοίγ' μιά τρύπα μι την άρίδα ου Βασιλιάς, παίρν' άέρα ου Δράκους, μια το `χ'του σιντούκ', του σπάει, όξου ου Δράκους.
- Δεν θ'άφήσου κανέναν ζουντανό, ούτι Τζιουτζιούφ', ούτι Τζιουτζιούφινα.
- Ιγώ είμι στου νταβάν'λέει ου Τζιουτζιούφ'ς, τίπουτα δε μπορείς να μι κάν'ς.
- Κατέβα κάτ'τουν λέει ου Δράκους να γένουμι άδέρφια.
Ξιγιλάσκει ου Τζιουτζιούφ'ς, κατιβαίν'κάτ'. Τουν παίρν'ου Δράκους κι τουν πάει στη Δράκινα. Παίρν'μια τριχιά, τουν δεν'καλά κι λέει στη Δράκινα.
- Αύριου θα τουν πιάισ', θα τουν σφάξ'κι θα τουν μαγειρέψ'. Ιγώ θα πάου στην ίκκλησιά, θα φέρου κόσμου να τουν φιλέψουμι.
Του προυί, φεύγ' ου Δράκους κι πάει στην ίκκλησιά.
- Βρέ Δράκινα,λέει ου Τζιουτζιούφ'ς, ίσύ θα μι σφάξ'κι θα μι σφάξ', δε μι δίν'ς του μαχαίρ', να του τρουχίσου καλά να μη μι τυραγνήισ';.
Γιλιώτι η Δράκινα τουν λύν' κι τουν δίν'του μαχαίρ'. Τρουχάει καλά του μαχαίρ' ου Τζιουτζιούφ'ς, πχιάν'τη Δράκινα, τη σφάζ',τη βάζ' στου καζάν', τη μαγειρέβ', στρών'του τραπέζ' κι πιριμέν' τουν κόσμου να φάν'. Παίρν'κι του κιφάλ'τ'ς Δράκινα κι του σκιπάζ' στου κριβάτ' μι τη βιλέντζα.
`Ερχουντι οι καλισμέν'κι βλέπουν τη Δράκινα να κοιμάτι.
- Αφήστι την λέει ου Δράκους, μην τη ξυπνάτι, γιατί ποιός ξέρ' τι τυράγνια τράβηξι να τουν σφάξ'κι να τουν μαγειρέψ'.
Τρών'καλά οι καλισμέν' κι φεύγουν.
Σ΄κών'τη βιλέντζα ου Δράκους, τι να ιδεί. Βλέπ'του κιφάλ'τ'ς Δράκινα.
- Αχ Τζιουτζιούφ'τι μέχ'ς κάν'. Μι πήρις την τσέργα, μι πήρις τ'άλουγου, μι ξέκανις κι τη Δράκινα.
- Ακόμα,ακόμα τι έχ'ς να πάθ'ς κι δεν του ξέρ'ς, λέει ου Τζιουτζιούφ'ς.
Ετσ'γλύτουσι ου Τζιουτζιούφ'ς, έζησαν αυτοί καλά κ' ιμείς καλύτιρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: