Οι Κουμπαίοι ήρθαν
από το Ξηρόμερο της Αιτωλοακαρνανίας. Έχουν την ίδια ρίζα με τις οικογένειες
Ζαχαράκη και Ζανδραβέλη που κατοικούν σήμερα στην ίδια περιοχή. Το όνομα
Κουμπής το πήραν γιατί σαν κλέφτες που ήταν φόραγαν γυαλιστερά κουμπιά
Η ληστεία και η
αιχμαλωσία του γερουσιαστή Σωτήρη Χατζηγάκη συγκλόνισε, όπως ήταν επόμενο, όλη
την Ελλάδα. Φυσικά η είδηση έφτασε και στα σκοτεινά κι ανήλιαγα κελιά των
φυλακισμένων Κουμπαίων, που βρήκαν την ευκαιρία να δώσουν άλλη μια συνέντευξη,
μιλώντας αυτή τη φορά για το φίλο τους Μήτρο Τζατζά. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε
στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 11 Σεπτεμβρίου 1929 κάτω από τον τίτλο «Δύο...
έντιμοι συνάδελφοι, οι Κουμπαίοι, κρίνουν την ζωήν και το έργον του Τζατζά:
ιπποτικός, θρασύς και διαρκώς ερωτευμένος». Ο δημοσιογράφος που τους
επισκέφθηκε στις φυλακές Συγγρού τους βρήκε να έχουν στην κυριολεξία
ξεκοκκαλίσει όλες τις εφημερίδες των τελευταίων ημερών που αναφέρονταν στη
ληστεία, για ν' αποφανθούν στη συνέχεια με ύφος... εμπειρογνώμονα:
«Καλή δουλειά έκαμε
πάλι ο Γέρος. Σου έχει κάτι ιδέες, όλο επιτυχία!»
Στο δημοσιογράφο της
εφημερίδας οι Τάκης και Κώστας Κουμπής θα παρουσιαστούν καθαροί, χτενισμένοι,
καλοταϊσμένοι, για ν' απαντήσει ο ένας από αυτούς, ο Τάκης Κουμπής, σε όσες
ερωτήσεις αυτός ήθελε. Και να η άποψη του για τον Μήτρο Τζατζά:
«…Ο Τζατζάς είναι
άνθρωπος που ξέρει να κάνει τη δουλειά του. Λένε ότι δεν πιάνεται τόσα χρόνια.
Και βέβαια δεν πιάνεται γιατί δεν πείραξε κανέναν ποτέ του. Όσο γι' αυτούς που
λήστεψε αυτό δεν πιάνεται γιατί αυτό είναι δουλειά! Η δ'λειά δ'λειά και η φιλία
φιλία. Εξόν απ' αυτούς που έπιασε με τα παλληκάρια του, άλλους δεν πείραξε. Γι’
αυτό και όλοι οι Σαρακατσαναίοι τον αγαπούν τον Τζατζά . Πού να τον πιάσουν
λοιπόν τα αποσπάσματα.Άκουσε τι συνέβη μια φορά, όταν ήμαστε μαζί παρέα πάνω
στην Κακαβιά. Ήταν καλή ώρα σαν και τώρα και σα χειμώνιαζε ο Τζατζάς είπε να
πάμε να κάτσουμε στα χειμαδιά. 'Οπως κάνουν δηλαδή όλοι οι «κλέφτες» τον
χειμώνα. Πάνε κοντά με τους Σαρακατσαναίους. 'Οπου τα κοπάδια εκεί πάνε και οι
ληστές. Πού να ζήσουν μες στα χιόνια δίχως ανθρώπους και ψωμί οι ληστές; Κάποια
μπαμπεσιά ήταν λοιπόν και καθώς κατεβαίνουμε την Κακαβιά μας έκαμαν γιουρούσι
δέκα χωροφύλακες. Εμείς ήμαστε τέσσερις μονάχα. Οι χωροφύλακες μας κυαλάρισαν
καμιά πεντακοσαριά μέτρα πιο μπροστά. Τους πρωτόδε «ο Γέρος». Ο Νάκος ο
Πανταζής που ήταν κοντά μας μας είπε να βγάλουμε τα πιστόλια και να τους
ριχτούμε. «Όχι», είπε ο Γέρος, «λακάτε κατά κάτω!» Και λακίσαμε προς τη
ρεματιά. Εκεί κρυφτήκαμε ώσπου βράδιασε. Ο Τζατζάς μας είπε κι ανεβήκαμε πάνω
στα έλατα. Πέντε ώρες μείναμε εκεί. Ο Γέρος χώθηκε σα φίδι σε μια τρύπα όπου
έμεινε τέσσερις ώρες χωρίς να κουνηθεί καθόλου. Τα αποσπάσματα τρεις φόρες
πέρασαν από εκεί και ένας ενωμοτάρχης κάθησε δίπλα στην τρύπα που ή¬ταν ο
Τζατζάς. Εμείς λέγαμε πως θα 'σκασε ο Γέρος εκεί μέσα. Πού να πάθει τίποτα
όμως. Μόλις έφυγαν οι χωροφύλακες και νύχτωσε βγήκε από μέσα σαν λάστιχο. Και
ήταν μια χαρά. Την νύχτα ήταν καλύτερα.Πήγαμε και κονιάσαμε στο σπίτι ενός
βλάχου.Τον φίλησε μόλις τον είδε τον Γέρο.Ο Τζατζάς μας είπε να κοιμηθούμε
ήσυχοι και να μη φυλάξει. κανείς καραούλι όπως κάναμε πάντοτε τη νύχτα. Τότε
του λέει ο Νάκος Πανταζής: «Καπετάνιε, μήπως μας σκοτώσουν!» «Σώπα, βρε
φοβιτσιάρη!» φώναξε ο Γέρος. «Εδώ 'μαι γω και μπαμπεσιά δεν γίνεται». Και
εκοιμήθηκε πρώτος αυτός για να μας δώσει θάρρος.
….N.K.

